Ήταν κάποτε ένας αγρότης που είχε ένα γέρικο μουλάρι. Το μουλάρι μια μέρα έπεσε μέσα στο πηγάδι του αγρότη. Ο αγρότης άκουγε το μουλάρι απελπισμένο μέσα στο πηγάδι.  Αφού εξέτασε προσεκτικά την κατάσταση, ο αγρότης λυπήθηκε το μουλάρι κι αφού δεν έβρισκε τρόπο  να το ανασύρει στην επιφάνεια, κάλεσε τους γείτονες και τους ζήτησε να τον βοηθήσουν και να γεμίσουν με χώμα το πηγάδι για να θάφτει ζωντανό το γέρικο μουλάρι.

Αρχικά, το μουλάρι έπαθε υστερία, βλέποντας να γεμίζουν με χώμα το πηγάδι. Αλλά στη συνέχεια, καθώς ο αγρότης και οι γείτονες έριχναν φτυαριές με χώμα επάνω του, μια σκέψη πέρασε από το μυαλό του.

Σκέφτηκε πως, κάθε φορά  που έπεφτε μια φτυαριά  χώμα στην πλάτη του, θα την τίναζε και θα πατούσε πάνω της για να ανεβαίνει πιο ψηλά.

Αυτό έκανε. Φτυαριά τη φτυαριά, τίναζε το χώμα από πάνω του κι ανέβαινε πιο ψηλά…..

Τίναζε το χώμα από πάνω του κι ανέβαινε πιο ψηλά……

Τίναζε το χώμα από πάνω του κι ανέβαινε πιο ψηλά…..

Δεν το ένοιαζε ποσό πονούσαν οι φτυαριές με το χώμα που έπεφταν πάνω στην πλάτη του, η ποσό απελπιστική φαινόταν η κατάσταση.

Το γέρικο μουλάρι πολέμησε τον πανικό του και απλά συνέχισε να τινάζει το χώμα από πάνω του και να ανεβαίνει πιο ψηλά.

Έτσι, το σοφό μουλάρι, καταβεβλημένο και εξουθενωμένο, δεν άργησε να βγει από το στόμιο του πηγαδιού θριαμβευτικά.

Αυτό που φάνηκε πως θα το έθαβε, ουσιαστικά το βοήθησε…

Και όλο αυτό συνέβη, επειδή διαχειρίστηκε τις αντιξοότητες  με τη σφοδρή επιθυμία να ζήσει.